Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Κάλλιο αργά...

Η θάλασσα ήταν πάντα μια λατρεμένη αλλά και επίφοβη εικόνα στο μυαλό του Γούφη. Συνυφασμένη με την αρχή των καλοκαιρινών διακοπών από τη μια και με τον κίνδυνο πνιγμού από την άλλη, αποτελούσε μια σίγουρα αμφιλεγόμενη οντότητα. Έτσι ενώ τα παιχνίδια στην αμμουδιά και το πλατσούρισμα στα ρηχά ήταν μια ανέκαθεν απόλαυση, η ικανότητα πλεύσης (άλλως κολύμπι) ήρθε σχετικά αργά, ηλικιακά ομιλώντας.
Η κατ’εξοχήν παραλία στην οποία παραθέριζε η οικογένεια του Γούφη ήταν αυτή κάτω από το λόφο του Κουρίου, επονομαζόμενη επίσης και «Άγιος Ερμογένης», κοντά στο πρώην μικτό χωριό Επισκοπή στην επαρχία Λεμεσού. Μια παραλία τεράστια, με άπλετη αμμουδιά και «φιλική για τα παιδιά» διαρρύθμιση βάθους, δηλαδή δεν βάθαινε παρά μετά από αρκετές δεκάδες μέτρα. Στην Επισκοπή έμεναν οι πρόσφυγες γονείς της μητέρας του και κάθε καλοκαίρι περνούσε εκεί με τα αδέρφια του πολλές μέρες ξεγνοιασιάς και σύνδεσης με τον όχι ευκαταφρόνητο αριθμό ξαδερφιών.
Εντούτοις δεν ήταν γραφτό να μάθει κολύμπι στην εν λόγω παραλία, αλλά σε μιαν άλλη, στο Κίτι της Λάρνακας. Όταν ήταν αρκετά μεγάλος, στην ηλικία των 9 χρόνων περίπου. Η καθυστέρηση στο να μάθει, παρά την συχνή του επαφή με τη θάλασσα οφείλεται πιθανώς σε κάποιου είδους ψυχικό τραύμα, το οποίος ίσως και να προήλθε από την ανάμνηση του πατέρα να τον τραβά από το πόδι, μέσα στα κλάματα, στα βαθύτερα σημεία της επισκοπιανής παραλίας, για να τον μάθει να κολυμπά. Αυτό και η κατάχρηση στα μπρατσάκια, τα οποία ήταν σαφώς μια απατηλή μεν αλλά ασφαλής δε επιλογή.
Στο Κίτι λοιπόν η παραλία έμοιαζε κάπως στην άλλη του Κουρίου αλλά ήταν ακόμη πιο ξέβαθη (χανόταν στον ορίζοντα το σημείο στο οποίο δεν πάτωναν ακόμη και παιδιά). Ο Γούφης απολάμβανε πάντα να μουλιάζει για ώρες μέσα στη θάλασσα, από την ώρα σχεδόν που πήγαιναν μέχρι την ώρα της αναχώρησης, με μικρά διαλείμματα για παιχνίδια στην άμμο ή κανένα σάντουϊτς που πάντα προνοούσε να πάρει η μάμμα. 
Μια μέρα λοιπόν, έβγαλε τα μπρατσάκια, κουρασμένος από το σύγκαμμα που του προκαλούσαν στις μασχάλες και ξάπλωνε στα ρηχά. Κάτι τον ώθησε να ξαπλώσει μπρούμυτα και να δοκιμάσει βουτιές, στο στυλ που έβλεπε τον πατέρα, δηλαδή με άνοιγμα των χεριών στο ύψος των ώμων και διαδοχικές κινήσεις προς τον κορμό. Και ω! του θαύματος. Η απλή αυτή κίνηση ξεκόλλησε την κοιλιά του από την άμμο, και με το κεφάλι κάτω από το νερό ο Γούφης πραγματοποίησε το πρώτο του μακροβούτι χωρίς μπρατσάκια.  Είναι αξιοθαύμαστο πόση χαρά μπορούν να φέρουν αυτά τα μικρά πραγματάκια, αυτά τα επιτεύγματα που μοιάζουν τόσο αυτονόητα, ιδιαίτερα όταν μπορείς να τα μοιραστείς με τους δικούς, αδέρφια και γονείς και ξαδέρφια. 
Ο περήφανος πλέον κολυμβητής Γούφης, πέραν από τα μακροβούτια τα οποία σταδιακά γίνονταν σε μεγαλύτερο βάθος, ξεπέρασε και την φοβία του να αφεθεί στην δύναμη της άνωσης χωρίς τα βοηθήματα αέρα του. Μέχρι να περάσει εκείνο το καλοκαίρι είχε αρχίσει και τα ακροβατικά μέσα στο νερό, αγνοώντας πόσο κόκκινα γίνονταν τα μάτια από την συνεχή έκθεση τους στην αλμύρα και την άμμο. Η θάλασσα αποκτούσε επιπλέον νέα γοητεία και η ζωή μια ακόμη χαρά και κατάκτηση, πλάι σε όλες εκείνες τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές που τόσο σημαδεύουν κάθε άνθρωπο.

Ως την επόμενην ανάμνηση, stay cool and keep rocking!

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Ο θάνατος του κουρσέ

«Κουρσέ» έλεγαν τα ποδήλατα που μέχρι σήμερα χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες ποδηλάτες στους αγώνες, όπως το γύρο της Γαλλίας. Έχουν εκείνα τα καμπυλωτά τιμόνια που τα κάνουν να μοιάζουν σαν κριάρια και λεπτούς τροχούς μεγάλης διαμέτρου. Ο Γούφης έγινε κάτοχος ενός τέτοιου ποδηλάτου, με την αξιοσημείωτη μάρκα «Peugeot”, κάποια στιγμή στα γυμνασιακά του χρόνια και έκανε απίστευτα χιλιόμετρα μαζί του. Στα δε χρόνια του λυκείου ήταν το βασικό μέσο μεταφοράς του από το σπίτι στο σχολείο, καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος εντός της συνήθους εμβέλειας του των 3-4 χιλιομέτρων από το σπίτι. Ήταν σε μια από αυτές της καθημερινές διαδρομές προς το λύκειο, κατά τη δεύτερη τάξη, που η συνύπαρξη του Γούφη και του «κουρσέ» του ήρθε σε ένα απρόσμενο και σχετικά βίαιο τέλος.
Ήταν ένα πρωινό μεσοβδόμαδα, και η πρώτη περίοδος ήταν γυμναστική, κάτι που απολάμβανε ο Γούφης, σαν αθλητικός τύπος που ήταν. Η σχολική τσάντα (στο εξής «σάκα» για συντομία) μπορούσε να μπει με ιμάντες στην πλάτη του και τα ρούχα της γυμναστικής είχαν τοποθετηθεί σε μια νάιλον τσάντα, η οποία συνήθως έμπαινε και αυτή στην σάκα για σκοπούς άνεσης κατά την ποδηλασία. Εκείνη την μέρα όμως η σάκα ήταν παραγεμισμένη με βιβλία και τετράδια λόγω του ημερήσιου προγράμματος, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χώρος για τα γυμναστικά. Έτσι ο Γούφης την κρατούσε στο δεξί του χέρι καθώς ξεκινούσε για το σχολείο.
Η μέρα ήταν όμορφα ηλιόλουστη, με ψυχρό αλλά ανεκτό πρωινό αεράκι και ο Γούφης ένιωσε όμορφα καθώς πλησίασε το κατήφορο προς τον κύριο δρόμο, τον οποίο έπρεπε καθημερινά να διασταυρώσει από την τότε απλή διάβαση πεζών. Το εν λόγω κατήφορο ήταν μια ελκυστική αφορμή για ταχύτητα και μια δόση αδρεναλίνης, έτσι ο Γούφης, που ως εκείνη στη στιγμή οδηγούσε το ποδήλατο χωρίς να κρατά το τιμόνι (συνήθης τακτική επίδειξης προς τυχόν κοριτσόπουλα που περπατούσαν και κείνα στο δρόμο) και με την τσάντα με τα ρούχα στο δεξί χέρι, είχε τη φαεινή ιδέα να σκύψει το σώμα και να πιάσει τα δύο «κέρατα» του καμπυλωτού τιμονιού του κουρσέ του. Έτσι διασφάλιζε και ότι δεν θα τον προδώσουν τα φρένα, τα οποία είχα διπλές λαβές και από χαμηλά ήταν πιο στιβαρά.
Το μυαλό του πρόλαβε να στείλει την προειδοποίηση ότι η συγκεκριμένη απόφαση ήταν μέγα λάθος κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου πριν η τσάντα με τα γυμναστικά αρχίσει να κάνει θόρυβο ερχόμενη σε τριβή με τις ακτίνες του μπροστινού τροχού. Τα αντανακλαστικά του Γούφη είχαν αρχίσει να αντιδρούν αλλά ήταν αργά πλέον. Σε χρόνο που πρόλαβε να καταγράψει ο νους, η κίτρινη νάιλον τσάντα μπλέχτηκε στις ακτίνες του ποδηλάτου μπλοκάροντας τον απότομα. Ο Γούφης πρόλαβε να νοιώσει τον εαυτό του να φεύγει από τη σέλα του ποδηλάτου και να αντικρίζει για λίγο το γκρίζο της ασφάλτου από ψηλά, πριν το συναντήσει κατευθείαν με τη μούρη του, αφού τόση ήταν η ορμή και η έκπληξη του που δεν υπήρξε χρόνος να βάλει τα χέρια του μπροστά.
Τελικά τα κτυπήματα του ήταν μικρά σε έκταση, ήταν τυχερός, τίποτα σπασμένο, μερικοί μώλωπες στο πρόσωπο και ένα δόντι με χρώμα, από το αίμα που εισχώρησε μέσα του. Αλλά δυστυχώς το κουρσέ είχε λαβωθεί περισσότερο. Ο μπροστινός τροχός, δεχόμενος τις μεγάλες δυνάμεις της βαρύτητας ελέω ταχύτητας και μάζας, είχε παραμορφωθεί, καθώς και οι «πιρούνες» που τον κρατούσαν. Δεν ήταν γραφτό να επισκευαστεί ποτέ, καθώς τη θέση του πήρε μια μικρή μοτοσυκλέτα 49 κυβικών, η οποία συντρόφευσε τον Γούφη κατά τα πολλά χιλιόμετρα του τελευταίου έτους του λυκείου.

Ώς την επόμενην ανάμνηση, stay cool and keep rocking!

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Έναν πρωϊνόν με το ανίψιην που το Αμέρικα


Εν γεγονός ότι το blog παίζει κάποτε τζιαι το ρόλον του ημερολογίου που ποττέ εν εκράτησα. Ένα μέρος όπου μετά που λλία χρόνια, αν δεν καταρρεύσει το σύμπαν ή ο blogger ή τζιαι τα θκιό, θα επιστρέφω για να δω τι ετσαμπουνούσα, όπως κάμνω ήδη με τες πιο παλιές μου αναρτήσεις.
Έτσι σήμερα θα καταγράψω εν συντομίαν την πρωινή μας βόλτα στη Λευκωσία με τον ξάδερφον που την Αμερική. Το όνομαν του είναι Μιχάλης, σαν εμέναν, τζιαι αν δεν κάμνω λάθος είμαστεν οι μόνοι Μιχάληδες ανάμεσα σε 19 ξαδέρφκια που τη μερκά της μάμμας μου. Φυσικά, ως αμερικάνος πλέον, φωνάζουν τον Mike, αν τζιαι ανάμεσα μας υπάρχει το "Mike-me", για το οποίον θα αναφερθώ εντός ολίγου.
Ο Mike που λαλείτε εδιάσχισεν τον Ατλαντικόν για να παραστεί στη βάφτισην της τέταρτης (μάshιαλλα) κορούδας μιας ξαδέρφης μας, τζιαι μάλιστα αναλαμβάνοντας το ζηλευτόν (;) ρόλον του τατά. Έτσι, εδόθηκεν του η ευκαιρία να δει τζιαι νάκκον την υπόλοιπην οικογένειαν. Μετά που συνεννόησην στο facebook, ετηλεφωνηθήκαμεν τζιαι επήα με τον αδερφό μου να τον παραλάβουμεν για μιαν πρωινήν βόλταν στη χώρα.
Πριν μπω στες λεπτομέρειες της βόλτας, να αναφερθώ στο πως επροέκυψεν το "Mike-me". Ο Μιχάλης εν ο γιος της τελευταίας κόρης του παππού μου. Έτσι όταν εγεννήθηκεν ήμουν ήδη χαζίριν έφηβος. Συνήθως έβλεπα τον στες σπάνιες επισκέψεις της θείας που το Αμέρικα, στο προσφυγικόν σπίτι της γιαγιάς μου στην Επισκοπήν όπου εμεινίσκαν. Το νήπιον ξαδερφάκιν για κάποιον λόγον αθθύμιζεν μου τον εαυτό μου σε φωτογραφίες μου που είχα δει στες ίδιες ηλικίες, τζιαι σε συνδυασμόν με το ότι ήταν ο μόνος συνονόματος της οικογένειας, έκαμνεν με να του έχω αδυναμίαν. Η οποία τουλάχιστον τότε προφανώς ήταν αμοιβαία, διότι ο μικρούλης έκαμεν μου κάτι αγκαλιές σκέττον μέλιν, φωνάζοντας με χαράν "Mike-me, Mike-me". Που τότε, στες, στα δάκτυλα μετρημένες, φορές που εβρεθήκαμεν μέσα στες δεκαετίες, η προσφώνηση "Mike-me" του ενός στον άλλον άντεξεν ως τα σήμερα.
Οι τρεις μας εκατεβήκαμεν στην παλιά Λευκωσία, μπαίνοντας που την πύλην Αμμοχώστου. Επαρκάραμεν τζιαι επερπατήσαμεν έναν γυρόν, αρχικά που τον αλευρόμυλον του Μιτσίδη (αλήθκεια πότε εννά φύει επιτέλους που τζιαμέ;), την αρχιεπισκοπήν, το Παγκύπριον Γυμνάσιον, για να καταλήξουμεν στο Μουσείον Αγώνος. Εν ήταν "προγραμματισμένη" η επίσκεψη αλλά η πόρτα ήταν ανοικτή, εν είshιειν κανέναν shιύλλον να λάσσει, είσοδον εν μας εζητήσαν, οπότε εμπήκαμεν μέσα. 
Το μουσείον τούτον πάντα επροκαλούσεν μου μιαν αρνητικήν αίσθησην, γιατί απέπνεεν βίαν τζιαι αίμαν. Τωρά έχουν το μεταφέρει σε νέο κτίριον, τζιαι εκμοντερνίσαν το, με αποτέλεσμαν να είναι αρκετά βελτιωμένον. Αλλά τζιείνη η αύρα που με ετάραζεν μιτσήν ήταν ακόμα τζιαμέ, στες φωτογραφίες των διαμελισμένων αγωνιστών, στο καμένο σώμαν του Αυξεντίου, στα όπλα τζιαι τες πόμπες που τόσον διαφέρουν που τα παιχνίθκια των μωρών, στες αγχόνες που κρέμμουνται που το ταβάνιν. Ο Mike πάντως είδεν τα ούλλα με ενδιαφέρον. Εν τα είshιεν ξαναδεί εξάλλου.
Φέυκοντας που το μουσείον, επερπατήσαμεν στα στενά απέναντι που την πύλην Αμμοχώστου, όπου έshιει γίνει πολλά καλή δουλειά σε αναπαλαιώσεις σπιθκιών τζιαι καταστημάτων. Επεράσαμεν που το τοπικόν τζιαμί (μεν με ρωτάτε ποιον είναι) τζιαι εκαταλήξαμεν στην ίδιαν την πύλην Αμμοχώστου. Επερπατήσαμεν πάνω στα τείχη τζιαι αφήκαμεν ως τελευταίον σταθμόν, πριν πάμεν πάρακάτω, το άγαλμαν της Ελευθερίας όπου εφκάλαμεν τζιαι μιαν selfie κάτω που τον ήλιον τζιαι τα αγάλματα στο φόντο. Ο Mike είπεν μας ότι στην Αμερικήν εν είshιεν πάει ακόμα στο ομώνυμον της Νέας Υόρκης, οπότε ας εν τζιαι τούτον της Κύπρου.
Όπως οδηγούσαμεν προς Λήδρας, ερώτησα το Mike αν ενδιαφέρετουν να περάσει απέναντι στα κατεχόμενα. 
"Cousin" λαλεί μου με την γνωστήν τσιάρλικην προφοράν "δαμέ οι Τούρτζιοι εν θέλουν να δουν τους κυπραίους, εν θέλουν τους αμερικάνους, εγώ είμαι τζιαι που τα θκιό, μα που να πάω τζιειμέσα;". 
Είπαμεν του τζιαι οι θκιό ότι εν ισχύει επί της ουσίας έτσι πράμαν, ότι έshιει δέκα χρόνια που περνούν αθρώποι τζιαι που τες θκιό πλευρές τζιαι εν έγινεν κάτι σοβαρόν, αλλά εν εσυνεχίσαμεν την κουβένταν για διάβασην του οδοφράγματος στη Λήδρας. Maybe next time.
Ετελειώσαμεν τη βόλτα μας με περπάτημα στη Λήδρας, αφού επεράσαμεν που το σχολείον τζιαι την εκκλησίαν της Φανερωμένης τζιαι το οδόφραγμαν. Ένας φρέσκος χυμός κοντά στα "καλά καθούμενα", όπου μας ήβρεν άλλος ένας ξάδερφος, ντόπιος, ολοκλήρωσεν την περιοδεία μας, τζιαι επιάμεν το δρόμον της επιστροφής.
Αποχαιρετώντας τον είπα του ότι θα τα ξαναπούμεν, αν τζιαι τελικά το πρόγραμμαν εν τέθκοιον που δύσκολα θα τα καταφέρουμεν πριν φύει. Εννά στραφεί πίσω σπίτιν του, να συνεχίσει τες σπουδές του στην παθολογίαν. 'Ισως κάποια μέρα σύντομα να ικανοποιήσει τζιαι την ευτζιήν της θείας να εύρει μιαν "καλήν τύχην" τζια να κάμει οικογένεια. 
"Ότι θέλει ας ένει Μιχαήλη μου" λαλεί μου η γλυτζιά η θεία "φτάννει να εν γριστιανή ορθόδοξη". 
"Αμήν θεία μου" λαλώ της, "αμήν!".

Ώσπου να εύρει την καλήν του ο Mike-me, stay cool and keep rocking!