Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Μια φοράν μεγαλώνεις


Έτσι χωρίς να το καταλάβουμεν, εποσπάσαν το, το δημοτικόν, τα κοπέλια. Όπως είπα πολλάκις τζ̆αι σε διάφορους, "όπου να'σαι ξιπαιθκιάζουμεν". Πραγματικά πετά ο τζ̆αιρός. Προχτές επήαμεν τζ̆αι στην γιορτήν της αποφοίτησης τους τζ̆αι έπιασα τον εαυτόν μου να προσπαθεί να θυμηθεί την αντίστοιχην περίοδον της δικής μου ζωής. Λλία πράματα.
Η περίοδος του δημοτικού εν σχετικά θολή. Παραπάνω αθθυμούμαι πράματα τζ̆αι καταστάσεις της γειτονιάς παρά του σχολείου τζ̆αι των μαθημάτων. Εν τζ̆αι μια περίοδος της ζωής μου που ήταν πολλά ελεύθερη που έγνοιες, αφού η μόνη υποχρέωση που είχα τες καθημερινές ήταν τα ιδιαίτερα αγγλικών. Σημειώστε ότι τότε επηένναμεν τζ̆αι Σάββατο σχολείον. Πενθήμερον έφτασα μόνον στην 3η λυκείου. Χλίδα, επέτρεψεν μας να κάμνουμεν τζ̆αι τες πρόβες με το συγκρότημαν. Κάποτε στεναχωρκούμαι ότι εφορτώσαμεν πολλά στους μιτσ̆ιούς (γλώσσα, μουσική, αθλητισμός) αλλά που την άλλην το τρίπτυχον τούτον θεωρώ ότι πρέπει να τους προσφέρεται, τζ̆αι να αλλάσσει μόνον βάσει γούστου. Εν σου αρέσκει η κιθάρα, πάμε χορόν. Εβαρέθηκες το ποδήλατον, πάμεν handball. Non negotiable.
Τούτη η εξαετία των κοπελιών στο δημοτικόν ήταν μια ευκαιρία να ξαναζήσω, έστω τζ̆αι έμμεσα, τούτην την περίοδον της ζωής. Εν θα έλεα ότι την "άρπαξα". Ήμουν παρών, ήμουν συμπαραστάτης, επροσπάθησα να δώσω ερεθίσματα, ίσως να έφκαλα τζ̆αι κάποια δικά μου απωθημένα αλλά εν τα "έζησα" τούτα τα χρόνια τους. Τζ̆αι ο λόγος εν απλός: εν υπάρχει επιστροφή στην παιδικότηταν τζ̆αι την αθωότηταν. Εν αθθυμάσαι ποιος ήσουν, πως εσκέφτεσουν τζ̆αι ένιωθες. Μπορώ τουλάχιστον να καταλάβω τους γονιούς μου, τζ̆αι παραπάνω τον παπά μου φυσικά, αφού όσον τζ̆αι να πονεί κάποιους, υπάρχει τούτη η μαυρογέρημη "ιδιοσυγκρασία του φύλου". Κοινώς, άλλον η μάνα, άλλον ο τζ̆ύρης τζ̆αι άλλος ο ρόλος του καθενού, όσον τζ̆αι αν κάποτε εξ'ανάγκης μπαίνει ο ένας στα "παπούτσ̆ια του άλλου". Έχω αναμνήσεις που το "νεκάτωμαν" του παπά μου μαζί μας, ειδικά με μέναν τζ̆αι τον αρφόν μου, το οποίον πρέπει να ήταν πολλά πιο έντονον όσον ήμαστεν μιτσ̆ιοί αλλά έφθινεν με τον τζ̆αιρόν τζ̆αι την είσοδο μας στην εφηβείαν. Ως το τέλος του στρατού τζ̆αι με εξαίρεσην κάποιαν αλληλογραφίαν τα πρώτα έτη του πανεπιστημίου, ο ομφάλιος λώρος εκόπηκεν τζ̆αι ετράβησα τον δρόμον μου. 
Τέσπα, πολλοί με πιο μεγάλα κοπελλούθκια ετάξαν μου ότι τα "βάσανα μου εν πίσω". "Κάτσε να δεις νάμπου έσ̆εις να τραβήσεις που δαμέ τζ̆αι δα με εφήβους. 'Κόμα εν είδες τίποτε". Εγώ πάλε ανυπομονώ για τούτην την περίοδον. Κάτι μου λαλεί ότι εννά είναι η πιο ενδιαφέρουσα περίοδος του "νταρεβερκού" μου με τα κοπέλια. Μια φάση που θα ξεδιπλώσουν απλόχερα πτυχές του εαυτού τους που είτε εν ακόμα "υποανάπτυκτες", είτε λόγω της συστολής της παιδικότητας εν ακόμα αθέατες. Ο χρόνος εννά δείξει.
Σε κάθε περίπτωσην, εν έχω ψευδαισθήσεις ότι εννά αθθυμούμαι τα "δικά" μου καθώς παρακολουθώ τους μιτσ̆ιούς να εξελίσσουνται αρχικά σε έφηβους τζ̆αι μετά σε άντρες. Το μόνον που ελπίζω είναι να μπορέσω να τους οπλίσω με εφόδια για το μέλλον, τζ̆αι να τους δώκω έστω λλία "pointers", που λαλούν τζ̆αι στα αγγλικά χωρκά, για να αποφύγουν κακοτοπιές τζ̆αι να κάμουν (ακόμα) πιο σωστές επιλογές που τες δικές μου. Τζ̆αι αφού εξασφαλίσουμεν υγείαν, να περάσουμεν τζ̆αι κάμποσες ωραίες εμπειρίες παρέαν πριν την κάμουν για πάρακάτω.
Στο κάτω-κάτω, εγώ είμαι ο γονιός τωρά. Μπορεί να μεν αθθυμούμαι λεπτομέρειες της παιδικής τζ̆αι εφηβικής μου νιότης, αλλά αθθυμούμαι καλά ότι τους γονιούς μου απέφευγα επιμελώς να τους κατακρίνω, ακόμα τζ̆αι όταν άρχισα να καταλαβαίνω ότι έννεν θεοί, αλλά αθρώποι, τζ̆αι σαν αθρώποι, εκάμναν λάθη. Ελαλούσα που μέσα μου ότι αν δεν φτάσω να γίνω γονιός τζ̆αι να κάμω κάτι καλλύττερα πρώτα, εν έχω κανένα δικαίωμαν να είμαι ασεβής τζ̆αι να έχω εύκολην την επίκρισην. Εν μια στάση που ουδέποτε εμετάνιωσα τζ̆αι μέχρι σήμερα τηρώ με μεγάλην ευκολίαν τζ̆αι μεγάλην ευχαρίστησην, παρόλον που είμαι ενήλικας τζ̆αι έκαμα την δική μου οικογένειαν. Εν εξαιρετικά λυπηρόν για μέναν όταν αθρώποι που ξέρω τζ̆αι εκτιμώ εν έχουν τούτην, την σχεδόν εξιδανικευμένην, στάσην για τους δικούς τους γονιούς. Βρίσκω το εξαιρετικά άτυχον τζ̆αι τραγικόν. Προσδοκώ ότι τζ̆αι τα δικά μου κοπελλούθκια θα τρέφουν για μέναν τζ̆αι την αγάπην την ίδιαν εκτίμησην τζ̆αι τον σεβασμόν που έσ̆ει κερδιθεί, τζ̆αι όϊ επιβληθεί.
Ώσπου να πάει τζ̆αι το γυμνάσιο, stay cool and keep rocking!

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Sabotage


Σημείωση: Τούτη εν η τελευταία ανάρτηση που αναφέρεται σε "βιώματα" του παρελθόντος τζιαι βασίζεται σε κείμενα που έγραψα παλιά σε "κοινήν ελληνικήν". Που δαμέ τζιαι δα επιστρέφω στα κλασσικά μου θέματα, τζιαι - κυρίως - στην κυπριακήν διάλεκτον. Αν "ενθυμηθώ" κάτι που γουστάρω να "φυλαχτεί" στο μπλογκ εννά επανέλθω (μεν κρατάτε τζιαι τες αναπνοές σας)....

"Στην α’ λυκείου ο Γούφης άλλαξε συμμαθητές. Νέο σχολείο, νέα τάξη, νέα δεδομένα γενικώς. Από νωρίς και για διάφορους λόγους με δύσκολη εξήγηση ήρθε γρήγορα κοντά με μια συγκεκριμένη παρέα ατόμων οι οποίοι έτυχε να γουστάρουν το ροκ και το heavy metal. Από τα παιδιά αυτά πήρε τις πρώτες κασέτες (η τότε τεχνολογία) για να αντιγράψει, με συγκροτήματα όπως οι Scorpions, οι Def Leppard και οι Manowar. Μια μεγάλη στροφή είχε συντελεστεί και ο Γούφης πλέον ήταν ένας δοσμένος ροκάς, αν και ενδεδυμένος με συμβατική εμφάνιση.
Καθώς ανέβηκαν όλοι μια τάξη, στη β’ λυκείου οι κολλητοί κάποια στιγμή αποκάλυψαν ότι είχαν προσπαθήσει κατά καιρούς να σκαρώσουν συγκροτηματάκια ροκ, χωρίς κανένα να μπορεί να στεριώσει. Το έφερε η κατάσταση να προσεγγίσουν το Γούφη για να συμμετάσχει στο νέο σχήμα, με την αμφιλεγόμενη ονομασία «Sabotage” (η αντίρρηση οφειλόταν στην παράλληλη ύπαρξη γκρουπ εξ Ελλάδος με το ίδιο νόημα, που έπαιζε επάρατο, για κάθε ροκά, λαϊκό ρεπερτόριο). 
Στην πρώτη πρόβα με τον «ηγέτη»  του συγκροτήματος ο Γούφης πελάγωσε, καθώς τα τραγούδια υπό διασκευή ήταν των ACDC, τους οποίους δεν είχε ακόμα γνωρίσει. Αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με το άβολο συναίσθημα της απειρίας από τέτοια πράγματα, να μην αφήσει καλή εντύπωση. Επειδή ο αρχηγός όμως ήταν και κολλητός, του έδωσε άλλη μια ευκαιρία, δίνοντας του τα τραγούδια να τα ακούσει και να επανέλθουν την επομένη. Αυτό αποδείχτηκε αρκετό, καθώς στη νέα προσπάθεια ο Γούφης πέρασε με επιτυχία το τεστ. Και έτσι έβαλαν μπρος οι πρώτοι Sabotage.
Ήταν τέσσερις, δύο κιθάρες, ένα μπάσο και ο Γούφης στα φωνητικά, αλλά τους έλειπε ο ντράμερ. Έτσι αποτάθηκαν σε ένα άλλο μαθητικό γκρουπ, τους Autocrash/ Gangland (τα ίδια άτομα είχαν δύο ονόματα)  για να τους δανείσει το δικό τους. Οι Sabotage είχαν μια ευκαιρία μόνο να παρουσιάσουν τόσο τις εκτελέσεις που ετοίμασαν (από ACDC, DIO και Bruce Dickinson) καθώς και ένα δικό τους ορχηστικό κομμάτι (Another perfect Day). Και αυτό διότι στην υποτιθέμενη 2η τους εμφάνιση τους έστησε ο «δανεικός» ντράμερ, με αποτέλεσμα να μείνουν θεατές. Αυτό το γεγονός υπήρξε και η αφορμή της διάλυσης αυτής της πρώτης ομάδας των Sabotage.
Στην γ’ λυκείου πλέον και με την πρώτη στα χρονικά εφαρμογή του πενθήμερου, οι κολλητοί ξαναπροσέγγισαν το Γούφη για μια ανασύσταση των Sabotage.  Θα ήταν οι τρεις από τους πρώην συν δύο νέα μέλη, ένας εκ των οποίων ο πρώτος αποκλειστικός ντράμερ του γκρουπ. Η παρέα είχε πλέον και μοτόρες στη διάθεση της και έκανε πρόβες σε ένα μικρό σύλλογο στις Άσπρες Στροβόλου. Έγραψε και 5 τραγούδια δικά της (ο Γούφης ήταν στιχουργός σε 4 από αυτά) και τα παρουσίασε σε τέσσερις συναυλίες καθώς και την καλλιτεχνική του λυκείου κατά την αποφοίτηση της παρέας (εισπράττοντας από αποθέωση μέχρι γιούχες από πολέμιους των ροκάδων). 
Η περίοδος αυτή ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες και όμορφες στην διαδρομή του Γούφη μέχρι σήμερα. Αληθινή συντροφικότητα, αντισυμβατικές εμπειρίες, δημιουργικότητα, όλα διανθισμένα με τον ερωτισμό που αποπνέει η συμμετοχή σε μια μπάντα, ειδικά μια που παίζει ροκ. Έχουν μείνει από τότε μόνο οι αναμνήσεις και ένα DVD με κομμάτια από τις συναυλίες που έδωσαν οι «θρυλικοί» πλέον Sabotage. Μαζί και μια κρυφή ελπίδα ότι κάποτε ο Γούφης θα βρεθεί ξανά σε μια σκηνή, ή έστω ένα γκαράζ για αχαλίνωτο ροκ με πραγματικά δικούς του ανθρώπους."

Ώσπου να επανέλθω, stay cool and keep rocking!

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Κάλλιο αργά...

Η θάλασσα ήταν πάντα μια λατρεμένη αλλά και επίφοβη εικόνα στο μυαλό του Γούφη. Συνυφασμένη με την αρχή των καλοκαιρινών διακοπών από τη μια και με τον κίνδυνο πνιγμού από την άλλη, αποτελούσε μια σίγουρα αμφιλεγόμενη οντότητα. Έτσι ενώ τα παιχνίδια στην αμμουδιά και το πλατσούρισμα στα ρηχά ήταν μια ανέκαθεν απόλαυση, η ικανότητα πλεύσης (άλλως κολύμπι) ήρθε σχετικά αργά, ηλικιακά ομιλώντας.
Η κατ’εξοχήν παραλία στην οποία παραθέριζε η οικογένεια του Γούφη ήταν αυτή κάτω από το λόφο του Κουρίου, επονομαζόμενη επίσης και «Άγιος Ερμογένης», κοντά στο πρώην μικτό χωριό Επισκοπή στην επαρχία Λεμεσού. Μια παραλία τεράστια, με άπλετη αμμουδιά και «φιλική για τα παιδιά» διαρρύθμιση βάθους, δηλαδή δεν βάθαινε παρά μετά από αρκετές δεκάδες μέτρα. Στην Επισκοπή έμεναν οι πρόσφυγες γονείς της μητέρας του και κάθε καλοκαίρι περνούσε εκεί με τα αδέρφια του πολλές μέρες ξεγνοιασιάς και σύνδεσης με τον όχι ευκαταφρόνητο αριθμό ξαδερφιών.
Εντούτοις δεν ήταν γραφτό να μάθει κολύμπι στην εν λόγω παραλία, αλλά σε μιαν άλλη, στο Κίτι της Λάρνακας. Όταν ήταν αρκετά μεγάλος, στην ηλικία των 9 χρόνων περίπου. Η καθυστέρηση στο να μάθει, παρά την συχνή του επαφή με τη θάλασσα οφείλεται πιθανώς σε κάποιου είδους ψυχικό τραύμα, το οποίος ίσως και να προήλθε από την ανάμνηση του πατέρα να τον τραβά από το πόδι, μέσα στα κλάματα, στα βαθύτερα σημεία της επισκοπιανής παραλίας, για να τον μάθει να κολυμπά. Αυτό και η κατάχρηση στα μπρατσάκια, τα οποία ήταν σαφώς μια απατηλή μεν αλλά ασφαλής δε επιλογή.
Στο Κίτι λοιπόν η παραλία έμοιαζε κάπως στην άλλη του Κουρίου αλλά ήταν ακόμη πιο ξέβαθη (χανόταν στον ορίζοντα το σημείο στο οποίο δεν πάτωναν ακόμη και παιδιά). Ο Γούφης απολάμβανε πάντα να μουλιάζει για ώρες μέσα στη θάλασσα, από την ώρα σχεδόν που πήγαιναν μέχρι την ώρα της αναχώρησης, με μικρά διαλείμματα για παιχνίδια στην άμμο ή κανένα σάντουϊτς που πάντα προνοούσε να πάρει η μάμμα. 
Μια μέρα λοιπόν, έβγαλε τα μπρατσάκια, κουρασμένος από το σύγκαμμα που του προκαλούσαν στις μασχάλες και ξάπλωνε στα ρηχά. Κάτι τον ώθησε να ξαπλώσει μπρούμυτα και να δοκιμάσει βουτιές, στο στυλ που έβλεπε τον πατέρα, δηλαδή με άνοιγμα των χεριών στο ύψος των ώμων και διαδοχικές κινήσεις προς τον κορμό. Και ω! του θαύματος. Η απλή αυτή κίνηση ξεκόλλησε την κοιλιά του από την άμμο, και με το κεφάλι κάτω από το νερό ο Γούφης πραγματοποίησε το πρώτο του μακροβούτι χωρίς μπρατσάκια.  Είναι αξιοθαύμαστο πόση χαρά μπορούν να φέρουν αυτά τα μικρά πραγματάκια, αυτά τα επιτεύγματα που μοιάζουν τόσο αυτονόητα, ιδιαίτερα όταν μπορείς να τα μοιραστείς με τους δικούς, αδέρφια και γονείς και ξαδέρφια. 
Ο περήφανος πλέον κολυμβητής Γούφης, πέραν από τα μακροβούτια τα οποία σταδιακά γίνονταν σε μεγαλύτερο βάθος, ξεπέρασε και την φοβία του να αφεθεί στην δύναμη της άνωσης χωρίς τα βοηθήματα αέρα του. Μέχρι να περάσει εκείνο το καλοκαίρι είχε αρχίσει και τα ακροβατικά μέσα στο νερό, αγνοώντας πόσο κόκκινα γίνονταν τα μάτια από την συνεχή έκθεση τους στην αλμύρα και την άμμο. Η θάλασσα αποκτούσε επιπλέον νέα γοητεία και η ζωή μια ακόμη χαρά και κατάκτηση, πλάι σε όλες εκείνες τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές που τόσο σημαδεύουν κάθε άνθρωπο.

Ως την επόμενην ανάμνηση, stay cool and keep rocking!

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Ο θάνατος του κουρσέ

«Κουρσέ» έλεγαν τα ποδήλατα που μέχρι σήμερα χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες ποδηλάτες στους αγώνες, όπως το γύρο της Γαλλίας. Έχουν εκείνα τα καμπυλωτά τιμόνια που τα κάνουν να μοιάζουν σαν κριάρια και λεπτούς τροχούς μεγάλης διαμέτρου. Ο Γούφης έγινε κάτοχος ενός τέτοιου ποδηλάτου, με την αξιοσημείωτη μάρκα «Peugeot”, κάποια στιγμή στα γυμνασιακά του χρόνια και έκανε απίστευτα χιλιόμετρα μαζί του. Στα δε χρόνια του λυκείου ήταν το βασικό μέσο μεταφοράς του από το σπίτι στο σχολείο, καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος εντός της συνήθους εμβέλειας του των 3-4 χιλιομέτρων από το σπίτι. Ήταν σε μια από αυτές της καθημερινές διαδρομές προς το λύκειο, κατά τη δεύτερη τάξη, που η συνύπαρξη του Γούφη και του «κουρσέ» του ήρθε σε ένα απρόσμενο και σχετικά βίαιο τέλος.
Ήταν ένα πρωινό μεσοβδόμαδα, και η πρώτη περίοδος ήταν γυμναστική, κάτι που απολάμβανε ο Γούφης, σαν αθλητικός τύπος που ήταν. Η σχολική τσάντα (στο εξής «σάκα» για συντομία) μπορούσε να μπει με ιμάντες στην πλάτη του και τα ρούχα της γυμναστικής είχαν τοποθετηθεί σε μια νάιλον τσάντα, η οποία συνήθως έμπαινε και αυτή στην σάκα για σκοπούς άνεσης κατά την ποδηλασία. Εκείνη την μέρα όμως η σάκα ήταν παραγεμισμένη με βιβλία και τετράδια λόγω του ημερήσιου προγράμματος, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χώρος για τα γυμναστικά. Έτσι ο Γούφης την κρατούσε στο δεξί του χέρι καθώς ξεκινούσε για το σχολείο.
Η μέρα ήταν όμορφα ηλιόλουστη, με ψυχρό αλλά ανεκτό πρωινό αεράκι και ο Γούφης ένιωσε όμορφα καθώς πλησίασε το κατήφορο προς τον κύριο δρόμο, τον οποίο έπρεπε καθημερινά να διασταυρώσει από την τότε απλή διάβαση πεζών. Το εν λόγω κατήφορο ήταν μια ελκυστική αφορμή για ταχύτητα και μια δόση αδρεναλίνης, έτσι ο Γούφης, που ως εκείνη στη στιγμή οδηγούσε το ποδήλατο χωρίς να κρατά το τιμόνι (συνήθης τακτική επίδειξης προς τυχόν κοριτσόπουλα που περπατούσαν και κείνα στο δρόμο) και με την τσάντα με τα ρούχα στο δεξί χέρι, είχε τη φαεινή ιδέα να σκύψει το σώμα και να πιάσει τα δύο «κέρατα» του καμπυλωτού τιμονιού του κουρσέ του. Έτσι διασφάλιζε και ότι δεν θα τον προδώσουν τα φρένα, τα οποία είχα διπλές λαβές και από χαμηλά ήταν πιο στιβαρά.
Το μυαλό του πρόλαβε να στείλει την προειδοποίηση ότι η συγκεκριμένη απόφαση ήταν μέγα λάθος κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου πριν η τσάντα με τα γυμναστικά αρχίσει να κάνει θόρυβο ερχόμενη σε τριβή με τις ακτίνες του μπροστινού τροχού. Τα αντανακλαστικά του Γούφη είχαν αρχίσει να αντιδρούν αλλά ήταν αργά πλέον. Σε χρόνο που πρόλαβε να καταγράψει ο νους, η κίτρινη νάιλον τσάντα μπλέχτηκε στις ακτίνες του ποδηλάτου μπλοκάροντας τον απότομα. Ο Γούφης πρόλαβε να νοιώσει τον εαυτό του να φεύγει από τη σέλα του ποδηλάτου και να αντικρίζει για λίγο το γκρίζο της ασφάλτου από ψηλά, πριν το συναντήσει κατευθείαν με τη μούρη του, αφού τόση ήταν η ορμή και η έκπληξη του που δεν υπήρξε χρόνος να βάλει τα χέρια του μπροστά.
Τελικά τα κτυπήματα του ήταν μικρά σε έκταση, ήταν τυχερός, τίποτα σπασμένο, μερικοί μώλωπες στο πρόσωπο και ένα δόντι με χρώμα, από το αίμα που εισχώρησε μέσα του. Αλλά δυστυχώς το κουρσέ είχε λαβωθεί περισσότερο. Ο μπροστινός τροχός, δεχόμενος τις μεγάλες δυνάμεις της βαρύτητας ελέω ταχύτητας και μάζας, είχε παραμορφωθεί, καθώς και οι «πιρούνες» που τον κρατούσαν. Δεν ήταν γραφτό να επισκευαστεί ποτέ, καθώς τη θέση του πήρε μια μικρή μοτοσυκλέτα 49 κυβικών, η οποία συντρόφευσε τον Γούφη κατά τα πολλά χιλιόμετρα του τελευταίου έτους του λυκείου.

Ώς την επόμενην ανάμνηση, stay cool and keep rocking!

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Το απόγειο


"Είχε αρχίσει αργά το στίβο, στην τρίτη γυμνασίου, την τελευταία τάξη που δεν είχε τα απογεύματα της γεμάτα με ιδιαίτερα, παρά μόνο τα αγγλικά. Είχε έρθει πρώτος στα 3000 μέτρα ανώμαλου δρόμου του σχολείου, ουσιαστικά κατά λάθος και χωρίς να το περιμένει, και ένας πρωταίος που είχε έρθει τρίτος, τον πήρε στο παλιό Γ.Σ.Π. να αρχίσει προπονήσεις για μεγάλες αποστάσεις. 
Έλα όμως που ο Γούφης το είχε πάντα καημό να τρέχει γρήγορα, και όχι να αγκομαχά για πολλή ώρα σε χιλιάδες μέτρα. ‘Ετσι λίγες προπονήσεις μετά ζήτησε «μετάθεση» στις ταχύτητες, προς μεγάλη απογοήτευση του «Μπλάκκη». Αποδείχτηκε μια καλή επιλογή τελικά, καθώς στους μεν παγκύπριους μαθητικούς αγώνες της χρονιάς τερμάτισε τρίτος στα 80 μέτρα, ενώ πιθανόν να είχε διακριθεί και στη σκυταλοδρομία, αν δεν του έπεφτε η σκυτάλη στον τελικό των περιφερειακών.
Ένα χρόνο μετά, η σύντομη καριέρα του Γούφη στο στίβο είχε ήδη πάρει την κάτω βόλτα, κυρίως λόγω των ιδιαιτέρων μαθημάτων σε φυσική και μαθηματικά για τα GCEs της γ’ λυκείου. Αυτά περιόριζαν τις προπονήσεις και κατά συνέπεια την απόδοση του αθλητού. Έτσι στους μεν περιφερειακούς μαθητικούς πήρε ένα χάλκινο στα 200 μέτρα, αλλά στους παγκύπριους δεν πέρασε καν στον τελικό. Στην σκυταλοδρομία όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά αυτή τη φορά.
Στους περιφερειακούς η ομάδα του σχολείου είχε έρθει 3η, προκρινόμενη στους παγκύπριους, όπου ο στόχος ήταν η είσοδος στον τελικό. Στον προκριματικό γύρο η ομάδα δεν πήγε καλά, πίσω ακόμη και από ομάδα που είχε ξεπεράσει στη Λευκωσία. Τα καλά νέα ήταν ότι οι νικητές της Λευκωσίας είχαν ρίξει την σκυτάλη αποκλειόμενοι από τον τελικό, αλλά τώρα οι αντίπαλοι από Λάρνακα και Λεμεσό καθώς και οι 2οι της Λευκωσίας έκαναν το μετάλλιο να μοιάζει πολύ απρόσιτο.
Ο Γούφης έτρεχε τρίτος, στην στροφή των 200 μέτρων, μια στροφή που ήξερε πλέον καλά. Είχαν προπονηθεί καλά με την ομάδα, είχαν μετρήσει τα βήματα τους βάζοντας το σχετικό κομμάτι κολλητικής ταινίας και ήταν χαλαροί αφού ότι και να έκαναν, ο στόχος του τελικού είχε επιτευχθεί.  Δίπλα του ο 3ος του (Λεμεσιανού) φαβορί του αγώνα φαινόταν δύσκολος αντίπαλος, ένα κεφάλι πιο ψηλός και σωματικά πιο σχηματισμένος σε κορμό και πόδια. Αλλά προκαλούσε ικανοποίηση στο Γούφη η εντύπωση ότι ο αντίπαλος φαινόταν πιο αγχωμένος από τον ίδιο.
Οι πρώτοι δύο της ομάδας φάνηκαν να τα πάνε καλά. Ο 2ος, ένας άλτης του μήκους, πλησίαζε σαν ατμομηχανή, και ο Γούφης συγκεντρώθηκε στο κομμάτι ταινίας που είχε κολλήσει στο πάτωμα. Μόλις τον είδε να το πατά, του γύρισε την πλάτη και ξεχύθηκε μπροστά περιμένοντας το σύνθημα. «Ωωωωωπππ!» τον άκουσε και τίναξε το αριστερό χέρι πίσω. Ένιωσε την σκυτάλη στην παλάμη και φέρνοντας την μπροστά του άρχισε τον καλπασμό. Στις ταχύτητες, η μερικών δευτερολέπτων κούρσα γίνεται σε ένα έντονο βουητό, σαν να σε τραντάζει μηχανή, και μέσα σε όλο αυτό ο Γούφης είδε την πλάτη του 4ου μερικά μέτρα μπροστά του. Σαν να μην ήταν δική του άκουσε την φωνή του να στέλλει το σύνθημα και του έδωσε την σκυτάλη. Αλλά αντί να σταματήσει συνέχισε για λίγα μέτρα ακόμα πίσω από τον συναθλητή φωνάζοντας. «Βούρα ρε Παναγιώτη, δώστα ούλλα ρε!!!». Και ο Παναγιώτης, σαν να πήρε έξτρα ώθηση, πέταξε προς το τέρμα, πρώτος. Αναπάντεχο, αναζωογονητικό, θρίαμβος. Το απόγειο της σύντομης αλλά όμορφης καριέρας του Γούφη στον στίβο."

Ώσπου να ξαναβουρήσω, stay cool and keep rocking!

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Η κλειστή καγκελόπορτα και οι ραφές


"Ο μικρός ξάδερφος, νήπιο 15 μηνών περίπου, περιτριγύριζε το αναμμένο μαγκάλι με το καουμπόικο στυλ περπατήματος στο οποίο το εξανάγκαζε η πάνα του. Η μάνα του τον ακολουθούσε κατά πόδας, αφενός θέλοντας να του δώσει χώρο να περπατήσει και από την άλλη ανήσυχη μήπως βρεθεί με τα μούτρα μέσα στα πυρωμένα, κατακόκκινα κάρβουνα.
Συγγενείς από την Ελλάδα. Η θεία ήταν η μικρή αδερφή του πατέρα, που είχε παντρευτεί Γιαννιώτη μηχανικό και είχε δύο γιούς, καμάρι και περηφάνια της. Το καλοκαίρι εκείνο είχαν κατέβει στην πατρίδα της για διακοπές και το συγκεκριμένο βράδυ ο μεγάλος αδερφός της τους προσκάλεσε για σουβλάκια. Έτσι το μαγκάλι ετοιμαζόταν αργά, με επιστάτη τον Γούφη, ο οποίος παράλληλα χάζευε τον μικρό ξάδερφο και κρυφογελούσε με το εμφανές άγχος της θείας.
Το βλέμμα του ταξίδεψε για λίγο από το μαγκάλι και την υπόλοιπη παρέα προς την έξοδο του γκαράζ, όπου ο ήλιος σιγά-σιγά χανόταν πίσω από τα μακρινά κτίρια προς τη δύση, και σταμάτησε στην κλειστή καγκελόπορτα. Παράδοξο αυτό, να είναι κλειστή η συγκεκριμένη πόρτα του γκαράζ. Μέτρο και αυτό ασφαλείας για τον μπέμπη της αρκετά προστατευτικής θείας, παρά την σχετική γκρίνια του πατέρα ότι «μας έκλεισε μέσα φυλακή». Το είχε αυτό ο πατέρας, να μην προβληματίζεται για ευαισθησίες όταν άνοιγε το στόμα τους ενοχλημένος ή θυμωμένος για κάτι. Γυρίζοντας πίσω στο ξαδερφούλη, τον έπιασε να πλησιάζει το αυλάκι της βροχής και με ένα μικρό σάλτο του έπιασε το χεράκι αλλάζοντας του κατεύθυνση. Ο μικρούλης σήκωσε το βλέμμα του και με γλυκιά φωνή είπε: «’λάκας είσαι ε;» Η θεία ξέσπασε σε γέλια. «Μην τον ακούς, σε όλους μας αυτό λέει τώρα τελευταία» είπε και παίρνοντας το νήπιο από το χέρι τον τράβηξε μέσα για το βραδινό του σνακ.
Ο Γούφης έριξε μια ματιά στα κάρβουνα και πήρε ένα κομμάτι ξύλο για να τα ανακατέψει λίγο όταν από έξω ακούστηκε η φωνή του πατέρα να τον φωνάζει επιτακτικά για να βοηθήσει σε κάτι. Και ο συγκεκριμένος τόνος φωνής σήμαινε γρήγορη ανταπόκριση. Παρατώντας λοιπόν το ξύλο έτρεξε προς την καγκελόπορτα, αλλά δεν πρόσεξε τις ανωμαλίες του τσιμέντου προς την έξοδο, με αποτέλεσμα να σκοντάψει, και με την φόρα που έτρεχε ουσιαστικά απογειώθηκε παράλληλα με το έδαφος, για να προσγειωθεί θορυβωδώς με το πάνω μέρος του κεφαλιού του στο κλειστό κάγκελο.
Αρχικά σηκώθηκε πανικόβλητος μην τον είχε δει κανείς, και στη συνέχεια άρχισε να νιώθει τον πόνο να κλιμακώνεται σταδιακά, μέχρι που τον ώθησε να αρχίσει να τρίβει το σημείο της πρόσκρουσης με μανία. Ήταν έτοιμος να συνεχίσει προς τα έξω όταν πρόσεξε πως το χέρι του ήταν κατακόκκινο, ενώ 4 – 5 χοντρές στάλες αίμα είχαν πεταχτεί από το κεφάλι του, μπροστά από τα μάτια του και σχημάτισαν πορφυρούς κύκλους στο τσιμέντο.
Μέσα σε μια σύγχυση θυμάται να περνά στην κουζίνα, κάτω από τη βρύση, φωνάζοντας – ποιον άλλον – την μάνα, μετά στο αυτοκίνητο με τον πατέρα οδηγό και τη μάνα πίσω μαζί του να του κρατά ένα κομμάτι βαμβάκι στο πληγωμένο κεφάλι. Μετά μιαν αίθουσα πρώτων βοηθειών, ένα γαλάζιο πανί, ένα ξυραφάκι και μια ένεση, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τρεις – μόλις – ραφές και ένα ξυρισμένο κύκλο στο πάνω μέρος του κεφαλιού που τον έκανε να μοιάζει με αυτούς τους ξένους μοναχούς. Το χειρότερο ήταν πως αργότερα εκείνο το βράδυ έπρεπε να υπομένει τα πειράγματα των αγοριών αλλά και να αποφεύγει όσο γινόταν πιο πολύ μια εξ αγχιστείας ξαδέρφη που του άρεσε ιδιαίτερα τότε…"

Ως την επόμενην ανάμνηση, stay cool and keep rocking!