Μεσημέριν. Στο αυτοκίνητο με τα κοπέλια, περιμένουμεν τη μάμμα να ψουμνίσει που το φούρνο. Εν ξεσαλωμένοι γιατί βαρκούνται, έσιει ώραν που γυρίζουμεν γιατί έπρεπεν να τους φκάλουμεν διαβατήρια, για να μπορούν να ταξιδέψουν μαζί μας τον Αύγουστο στα νησιά της μαμάς πατρίδας.
Αρχικά παίζουν φωνάζοντας, στα όρια του καφκά. Τα πόθκια του ενός εν μεσ'τα μούτρα του άλλου. Σιγά σιγά τα χάχχανα μετατρέπουνται σε γκρίνιαν του ενός (αφού τρώει τα σάνταλα του άλλου - λογικόν). Λαλώ τους μιαν (σταματάτε), λαλώ τους θκιό (κάτω τα πόθκια σου που τα μούτρα του αρφού σου), λαλώ τους τρεις (σταματάτε ώσπου σας το ζητώ ευγενικά τζιαι ήρεμα). Η επόμενη μου κίνηση εν θκιο-τρεις πατσαρκές στα πόθκια του ενός τζιαι φωνές που (υποσυνείδητα) ελπίζω να ακούουνται μόνον στο συγκεκριμένον τετράγωνον. Ο ένας (ο πιο"νούσιμος") που είσιεν τζιαι τα πόθκια ως πριν λλίον κατάμουτρα σσιωπά. Ο δεύτερος κάμνει το λάθος να συνεχίζει να χαχχανίζει, αν τζιαι εν φανερόν ότι εν που νευρικότηταν πλέον. Παίρνω τον σηκωτόν στην μιαν άκρην του καθίσματος, μακριά που τον αρφόν του. Ευτυχώς αποφεύκω άλλην βίαν, σωματικήν ή λεκτικήν.
Γυρίζω μπροστά. Πίσω μου εν ησυχία πλέον. Κάμνω αναδρομήν στο πόσον "ωραία" ένοιωσα κατά την εκτόνωσην του θυμού μου. Τζιαι προσπαθώ να καταπιώ πόσον άσιημα νοιώθω αμέσως μετά. Αλλά φυσικά εν μπορώ πλέον να δείξω μεταμέλειαν. Ο "εξουσιαστής" εν πρέπει να δείχνει πολλήν αδυναμίαν. 'Ερκεται τζιαι η μάμμα με τα ψώνια, ανυποψίαστη για το συμβάν. Λαλώ της το μετά που κανέναν τέταρτον, δείχνει κατανόηση. Αλλά εγώ εν νοιώθω καλλίττερα.
Πως θα υπάρξει ποττέ πραγματική δημοκρατία σε έναν κόσμον που η εξουσία του τζιύρη εν ακόμα αναγκαία;
Ώσπου να μεν μας εξουσιάζουν τζιαι να μεν εξουσιάζουμεν που τα γεννοφάσκια μας, stay cool and keep rocking!